του
Παναγιώτη Αρβανίτη
Χρόνια τώρα η παραδοσιακή μαρξιστική κριτική σκοντάφτει πάνω στις ίδιες λακούβες που έχει σκάψει η αστική κριτική, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη λογοτεχνία είτε σαν μια απλή αντανάκλαση, είτε σαν ομολογία της κοινωνικής πραγματικότητας (Πλεχάνωφ, Λούκατς), οδηγούμενη έτσι αναπόφευκτα σε έναν ιδεαλισμό από την πίσω πόρτα.
Τόσο
η μία, όσο και η άλλη προσέγγιση κάνουν το ίδιο λάθος: θεωρούν τα λογοτεχνικά
έργα ως ενοποιημένες ολότητες, συμπαγείς, χωρίς αντιθέσεις, ανάγοντας τη
«στράτευση» ενός καλλιτέχνη σε μια γραμμική αντιστοιχία της ζωής (δηλαδή της
κοινωνικής του τάξης) με το έργο και τανάπαλιν. Ο Νταλί στο «Ρέκβιεμ για το
Λόρκα» αγανακτεί λέγοντας: «Οι κόκκινοι, οι κοκκινωποί, οι ροζ και οι μωβροζέ
ακόμα εκμεταλλεύτηκαν βέβαια μία δημαγωγική προπαγάνδα γύρω από το θάνατο του
Λόρκα προσπαθώντας και μέχρι σήμερα ακόμα να παρουσιάσουν το Λόρκα σαν πολιτικό
ήρωα. Εγώ όμως που έτυχε να’ μαι ο πιο στενός του φίλος μπορώ να βεβαιώσω
ενώπιον Θεού και Ιστορίας πως ο Λόρκα, εκατό τα εκατό ποιητής αγνός, ήταν ο πιο
αποστολικός άνθρωπος που γνώρισα. Δεν ήταν παρά το εξιλαστήριο θύμα ζητημάτων
προσωπικών, υπερπροσωπικών και τοπικών και πάνω απ’ όλα το αθώο θύμα της
παντοδύναμης και κοσμικής σύγχυσης του ισπανικού εμφυλίου πολέμου». Παρόλη την
καχυποψία που αναπόφευκτα μας προκαλεί η πολιτική στάση του Νταλί, εδώ μάλλον
απαντά λανθασμένα σε ένα σωστό όμως ερώτημα: Πώς ο Λόρκα, που ποτέ δεν είχε
δηλώσει κάποια συγκεκριμένη πολιτική πεποίθηση, ενώ φλέρταρε διαρκώς μ’ ένα
απολίτικο αισθητισμό, τελικά κατόρθωσε με το έργο και τη ζωή του να αποτελέσει
φωτεινό οργανικό διανοούμενο, προσδεμένο πάντα στις αγωνίες και τα προβλήματα,
την κουλτούρα και τις παραδόσεις των κατώτερων λαϊκών, αλλά ακόμα και των
λούμπεν προλεταριακών στρωμάτων, όπως οι τσιγγάνοι της Ανδαλουσίας, ή οι
αφροαμερικάνοι του Χάρλεμ;
η συνέχεια εδώ...




