Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος τιμά
την μνήμη της Αλίντας Δημητρίου που
«έφυγε» τον περασμένο Ιούλιο και καλεί
τους φίλους του ντοκιμαντέρ και της 7ης
Τέχνης, τη Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου και με
ελεύθερη είσοδο, σε μια τιμητική βραδιά
για το σπουδαίο έργο που μας άφησε ως
κληρονομιά. Του Γιώργου Ρούσσου.
Η Αλίντα Δημητρίου,
γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933 και σπούδασε
Σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου.
Παράλληλα με τη διοργάνωση κινηματογραφικών
προβολών κατά την περίοδο 1970-1975, συμμετείχε
σε σεμινάρια για ταινίες μικρού μήκους,
ενώ παράλληλα έγραψε και μετέφρασε
άρθρα σε κινηματογραφικά περιοδικά.
Συγγραφέας του βιβλίου
"Φιλμογραφία ταινιών μικρού μήκους"
(1939-1979), η Αλίντα Δημητρίου εξέδωσε το
1992, το Λεξικό ταινιών μικρού μήκους.
Στην πλούσια φιλμογραφία της,
συγκαταλέγονται περισσότερα από 50
ντοκιμαντέρ.
Το 2008, η σκηνοθέτιδα
απέσπασε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ
Ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη για τη
δημιουργία της «Πουλιά στο Βάλτο». Το
ντοκιμαντέρ «Πουλιά στο Βάλτο», προβλήθηκε
και στο 5ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού
Κινηματογράφου που διοργάνωσε η
Ταινιοθήκη της Ελλάδος το 2008.
Η τριλογία της Αλίντα
Δημητρίου, «Πουλιά στο βάλτο», «Η ζωή
στους βράχους» και «Τα κορίτσια της
βροχής», που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από
το κοινό του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ
Θεσσαλονίκης, ανέδειξε μέσα από μαρτυρίες
και ντοκουμέντα την αγωνιστικότητα και
τη δύναμη της γυναικείας ψυχής.
Φίλοι και συγγενείς
της Αλίντας Δημητρίου καλούν τους φίλους
του ντοκιμαντέρ σε μια τιμητική βραδιά
που θα πραγματοποιηθεί με ελεύθερη
είσοδο, στον θερινό κινηματογράφο της
Ταινιοθήκης της Ελλάδος, Λαΐς, τη Δευτέρα
16 Σεπτεμβρίου. Το πρόγραμμα των
εκδηλώσεων και των προβολών, έχει
διαμορφωθεί ως εξής:
Τ’
αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει όποτε
ακούω από τότε ακορντεόν κι
έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει δε
θα περάσει ο φασισμός
Δολοφονική ενέδρα έστησαν χρυσαυγίτες με σιδηρολοστούς σε μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ το βράδυ της Παρασκευής στο Πέραμα την ώρα που έκαναν αφισοκόλληση με αποτέλεσμα 9 αγωνιστές να διακομιστούν στο νοσοκομείο τραυματισμένοι, ενώ ταυτόχρονα προκάλεσαν και ζημιές στα αυτοκίνητα του συνεργείου αφισοκόλλησης. Δεν είναι όμως τυχαίο που η Χ.Α επέλεξε να επιτεθεί στο ΚΚΕ, δύναμη της Αριστεράς. Παρά τον αντισυστημικό της λόγο, πρόκειται για μια βαθιά συστημική οργάνωση που εξυπηρετεί με τις πρακτικές της τα συμφέροντα του υπάρχοντος συστήματος και αξιοποιείται από τα αστικά κόμματα ως μοχλός ενσωμάτωσης του καταπιεζόμενου λαού. Πρόκειται για γνήσια νεοναζιστική οργάνωση, για μια οργάνωση που ρόλος της είναι σε περιόδους κρίσης να παίζει σταθεροποιητικό παράγοντα του πολιτικού σκηνικού. Ενάντια στους μετανάστες, ενάντια στους ομοφυλόφιλους, ενάντια στην Αριστερά, έρχεται να διασπείρει το μίσος και το ρατσισμό ώστε να διχάζει το λαϊκό κίνημα πουλώντας ψεύτικες ελπίδες, ψεύτικη αγωνιστκότητα. Να γνωρίζουν όλοι ότι η Αριστερά δεν τρομοκρατείται με τέτοιου είδους επιθέσεις. Οι τόνοι αίματος που έχουν χυθεί από αγωνιστές και κομμουνιστές είναι η απόδειξη για το ποιος πραγματικά αγωνίζεται για τα λαϊκά συμφέροντα. Χρειάζεται άμεσα το λαϊκό κίνημα να οργανωθεί απέναντι στη φασιστική συμμορία και σε όποια άλλη ακροδεξιά ρητορεία υιοθετείται και από την κυβέρνηση Σαμαρά ( βλ. στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, ιδεολογική προπαγάνδα κατά της Αριστεράς κλπ). Είναι χρέος μας να τους απομονώσουμε! Έξω οι φασίστες από τις γειτονιές! Έξω οι φασίστες από τις Σχολές!
Εδώ μπορείτε να δείτε το ντοκιμαντέρ της Νίνας Γεωργιάδου, '' Το αυγό του φιδιού'' που κάνει αναφορά στη σκοτεινή ιστορία του φασισμού στην Ελλάδα.
H
ΕΡΤ είναι ζωντανή, η ΕΡΤ είναι ακόμα
εδώ". Αυτό το μήνυμα έδωσαν χιλιάδες
άνθρωποι που βρέθηκαν χθες στο Ραδιομέγαρο
της Αγίας Παρασκευής. Τρεις μήνες μετά
το μαύρο που έριξε η κυβέρνηση στην ΕΡΤ
το προαύλιο του Ραδιομεγάρου γέμισε
ασφυκτικά, θυμίζοντας τις μέρες του
Ιουνίου, όπως συζητούσαν στα πηγαδάκια.
Η ανταπόκριση του κόσμου στο κάλεσμα
των εργαζομένων, που τρεις μήνες τώρα
συνεχίζουν να εκπέμπουν κανονική ροή
προγράμματος, υπήρξε εντυπωσιακή, αφού
έως αργά το βράδυ κόσμος ανέβαινε τη
Μεσογείων αναγκάζοντας την τροχαία να
την κλείσει
Περισσότεροι
από 40 καλλιτέχνες έδωσαν το παρών στη
μεγαλύτερη συναυλία του φετινού
καλοκαιριού. Θ. Μικρούτσικος, Χρ. Θηβαίος,
Ν. Μαυρουδής, Υπόγεια Ρεύματα, Γ. Νέγκα,
Α. Μάνου, Ν. Μποφίλιου, Β. Λέκκας, Encardia,
Φ. Δεληβοριάς και δεκάδες άλλοι
ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση των
εργαζομένων της ΕΡΤ για τη διοργάνωση
ενός "μικρού Woodstock", όπως το
χαρακτήριζαν.
Ήταν
όλοι εκεί, όσοι πέρασαν νύχτες στην
περιφρούρηση του Ραδιομεγάρου και όσοι
έδωσαν χρώμα στην αλληλεγγύη στον αγώνα
για τη δημόσια τηλεόραση, βρέθηκαν ξανά,
αποφασισμένοι να ξαναπιάσουν το νήμα
μπροστά στους νέους αγώνες. Καθώς ο
αγώνας στη ΕΡΤ δεν είναι αποκομμένος
από τους αγώνες των εργαζομένων, ιδιαίτερο
στίγμα έδωσαν καθηγητές και δάσκαλοι,
με σημαίες της ΟΛΜΕ να ξεχωρίζουν μέσα
στο πλήθος.
"Ο
κόσμος μάς έχει δείξει την εμπιστοσύνη
και τη στήριξή του όλο αυτό το διάστημα"
σχολίαζαν οι εργαζόμενοι, που αφιέρωσαν
τη συναυλία στον Αχιλλέα Παναγούλη. Δεν
έλειψαν και οι υπαινιγμοί για το "αστείο
σκηνικό" της ΔΤ του Π. Καψή, μια
τηλεόραση που "δεν την βλέπει κανείς",
όπως έλεγαν. Ο παλμός και η διάθεση του
κόσμου που ανέβηκε χθες στην Αγ. Παρασκευή
έδωσαν μια σαφή υπόσχεση. "Αυτός ο
χειμώνας ανήκει στους αγώνες του λαού
και των εργαζομένων, ήρθε η ώρα για την
ανατροπή".
Ταξίμ
1977 – Ταξίμ 2013: δύο πραξικοπήματα, ένα πυρηνικό εργοστάσιο, ένα χρυσωρυχείο,
ένα φράγμα, μια γέφυρα κι ένα πάρκο δρόμος
«Μα
πότε γίναν όλ’ αυτά στην Κωνσταντινούπολη»; Με ρωτάνε οι γνωστοί και οι φίλοι.
«Κι όλ’ αυτά για ένα πάρκο; Πριν λίγες μέρες εκεί δεν ήσουν; Κατάλαβες τίποτα»;
Της
Αιμιλίας Βουλβούλη
Η
αλήθεια είναι ότι το είχα καταλάβει δέκα χρόνια πριν. Όταν έκανα έρευνα σχετικά
με το κίνημα ενάντια στην κατασκευή της τρίτης γέφυρας του Βοσπόρου και ένας
‘πληροφορητής’ μου (όπως είθισται να αποκαλούμε τα υποκείμενα της έρευνας μας
οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι) μου είχε πει: «Αυτοί (οι ακτιβιστές ενάντια στην
κατασκευή της γέφυρας) θα αντιδρούσαν έτσι κι αλλιώς. Δεν αντιδρούν στην
κατασκευή της γέφυρας. Αντιδρούν ενάντια στα πάντα γιατί είναι αριστεροί».
Δίκιο
είχε ο άνθρωπος! Είναι ανήσυχοι αυτοί οι αριστεροί! Δεν κάθονται ήσυχοι ποτέ!
Γι’ αυτό και στους φίλους και τους γνωστούς που με ρωτάνε αυτές τις μέρες,
απαντώ πως αυτό που συμβαίνει στην Ταξίμ δεν ξεκίνησε πριν πέντε μέρες. Δεν
ξεκίνησε πριν δύο χρόνια, όταν δημιουργήθηκε η «Πλατφόρμα Ταξίμ» ως δράση
ενάντια στην ανάπλαση της συμβολικής, για το συλλογικό φαντασιακό των Τούρκων,
αυτής πλατείας. Δεν ξεκίνησε καν τη δεκαετία του 1990, όταν οι ‘δομές πολιτικών
ευκαιριών’ μετά το «βελούδινο», όπως ονομάστηκε, πραξικόπημα του 1997,
νομιμοποίησαν πολιτικά και ισχυροποίησαν θεσμικά την προστασία του περιβάλλοντος
και τη συλλογική δράση που αναφέρεται σε αυτό.
Είχε ξεκινήσει πολύ πιο πριν, και υπήρχε παντού, σε όλη τη χώρα.
Ξεκίνησε
κάπου εκεί στη δεκαετία του 1960, όπως και σ’ άλλα μέρη του κόσμου, και διεκόπη
βάρβαρα στις 12 Μαρτίου του 1971 από το στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο
στόχευε στην διάλυση της «επικίνδυνης αριστερής κουλτούρας» που εξαπλώνονταν
στη χώρα. Όμως αυτή δε διαλύθηκε. Ναι, το πλήθος διαλύθηκε την Πρωτομαγιά του
1977 στη γνωστή πλατεία, όταν δεκάδες διαδηλωτές δολοφονήθηκαν. Όμως και πάλι η
αριστερά δεν έσβησε. Το καίριο χτύπημα έγινε στις 12 Σεπτεμβρίου του 1980, στο
επόμενο στρατιωτικό πραξικόπημα. Εκατοντάδες χιλιάδες αριστεροί και
προοδευτικοί ακτιβιστές, πολιτικοί, απλοί πολίτες δολοφονήθηκαν, φυλακίστηκαν,
μετανάστευσαν. Όντως, αυτό το πραξικόπημα φάνηκε να διαλύει κάθε προοδευτική
απόχρωση στη χώρα.
«Δεν
υπάρχει αριστερά στην Τουρκία»· φράση που ακούγεται δεκαετίες τώρα από τους
«πραγματικούς αριστερούς» της Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Και τι είναι
η αριστερά; Αντικείμενο, που χαλάει και το πετάς; Μήπως έχει κάποιος το
copy-right; Ναι, τα αριστερά κόμματα και οι αριστερές οργανώσεις απαγορεύτηκαν
τότε. Αλλά και επί Χούντας στην Ελλάδα το ίδιο είχε συμβεί. Σταμάτησε να
υπάρχει η αριστερά; Κι ο Τσάβες φυλακίστηκε το 1992. Ηττήθηκε, ναι. Έχασε μια
μάχη. Εξαφανίστηκε; Το αντίθετο. Δυνάμωσε. Έτσι και στην Τουρκία. Ηττήθηκε τότε
η αριστερά. Όμως εξαφανίστηκε; Όχι. Υπήρχε παντού. Στο κίνημα ενάντια στις
κατεδαφίσεις του Πέρα, εκεί στη δεκαετία του 1980. Ναι, μετά το πραξικόπημα!
Κίνημα μέσα στη χούντα. Μέσα στην πιο μαύρη νύχτα. Στο κίνημα του Ακκουγιού,
στο κίνημα ενάντια στη λειτουργία του χρυσωρυχείου της Περγάμου, στο κίνημα
ενάντια φράγματα του Ιλισού και του Τούντζελι, στην εξέγερση της Ανατολίας, στο
Αρναβούτκιοϊ και στην πρωτοβουλία ενάντια στην τρίτη γέφυρα του Βοσπόρου.
Κι
όλα αυτά τα κινήματα ήταν κινήματα ριζοσπαστικά, κινήματα που τη
ριζοσπαστικοποίησή τους ευνόησε η πολύ σκληρή καταπίεσή τους, όπως θα έλεγε ο
Sidney Tarrow. Και ήρθαν οι πρώτες
νίκες, για το φράγμα του Ιλισού, για την τρίτη γέφυρα. Νίκες μικρές, αλλά
ουσιαστικές. Mε πισωγυρίσματα, αλλά νίκες. Νίκες το αποτύπωμα των οποίων
βλέπουμε σήμερα στην Ταξίμ. Γιατί όχι, dεν γίνονται όλ’ αυτά για ένα μικρό
πάρκο. Όπως μου είπε ένας άλλος πληροφορητής –από εκείνους του αριστερούς–,
δέκα χρόνια πριν: «Δεν πρόκειται απλώς για τη γέφυρα. Πρόκειται για τη
δημοκρατία. Κάποια στιγμή αυτό το κράτος πρέπει να αρχίσει να λαμβάνει υπόψη
του τη γνώμη του λαού του».
Αυτό
ζητάει η Ταξίμ αυτές τις τελευταίες μέρες. Αυτό που ζητάνε δεκαετίες τώρα αυτοί
οι ανήσυχοι αριστεροί, αυτοί οι «συγκεντρωμένοι και αφοσιωμένοι πολίτες που
μπορούν ν’ αλλάξουν ακόμα και τον κόσμο», όπως έλεγε η M. Mead. Αυτοί που
υπήρχαν τελικά παντού και δημιούργησαν τους όρους της κατά Touraine
‘ιστορικότητας’ στην οποία εγγράφεται η κοινωνική αλλαγή. Γιατί η Ταξίμ θ’ αποτελέσει
για άλλη μια φορά σύμβολο για την αλλαγή. «Δεν ξέρω τι θα συμβεί αύριο! Αλλά
σήμερα είναι μια καινούρια μέρα και είμαστε όλοι και όλες καινούριοι άνθρωποι»,
γράφει ο διαδικτυακός φίλος Kivanç.
Δεν
ξέρω πόσοι είναι οι νεκροί μέχρι αυτή τη στιγμή που γράφω αυτό το κείμενο. Οι
πληροφορίες αλλάζουν διαρκώς. Το σίγουρο είναι ότι υπάρχουν νεκροί και πολλοί
τραυματίες αλλά ο κόσμος δε φεύγει. «Τώρα ο φόβος έχει ηττηθεί», συνεχίζει ο
Kivanç. «Μάθαμε να υψώνουμε τη φωνή μας όταν θυμώνουμε». Γιατί αυτό έκανε η
αριστερά που «δεν υπήρχε» στην Τουρκία τόσα χρόνια. Έμαθε το λαό να υψώνει τη
φωνή του όταν θυμώνει. Ψιθυριστά στην αρχή, μέχρι πριν πέντε μέρες που δυνάμωσε
κι έγινε εκκωφαντική:
«Αντίσταση», «Ελευθερία», «Δημοκρατία».
Η
Αιμιλία Βουλβούλη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του
Πανεπιστημίου Φατίχ
Αναπόσπαστο κομμάτι της «Ιερής Τριάδας» των Μπίτ και βασικός
εκπρόσωπος της «γενιάς των μπιτ», ο Allen Ginsberg υπήρξε ένα από τα «καλύτερα
μυαλά της γενιάς του», μίας γενιάς που ήρθε σε ρήξη με την συντηρητική κοινωνία
της Αμερικής. Το έργο του αποτελεί σημείο αναφοράς στην μεταμοντέρνα ποίηση,
επηρεάζοντας σημαντικά, μαζί με τους συντρόφους του, τη λογοτεχνία του 20ου
αιώνα.
Γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου 1926, στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ,
Ο πατέρας του, ποιητής και δάσκαλος, βοήθησε τον γιο του να έρθει σε επαφή με
την ποίηση, ενώ η μητέρα του, δασκάλα αλλά και μέλος του κομμουνιστικού
κόμματος, τον μπόλιασε με το «μικρόβιο» της πολιτικής σκέψης και των κοινωνικών
ανησυχιών.
Η ιδιαίτερη σχέση του Allen Ginsberg με την μητέρα του, η
οποία παρουσίαζε έντονα προβλήματα ψυχικής υγείας, αποτυπώνεται στο σπαρακτικό
ποίημα του «Kaddish for Naomi Ginsberg». (Το Kaddish είναι εβραϊκή προσευχή για
τους νεκρούς). Κατά τη διάρκεια της σχολικής ζωής του, ο Ginsberg θα έρθει σε
επαφή με έργα σπουδαίων ποιητών, ωστόσο ως μαθητής θα γοητευτεί ιδιαίτερα από
την ποίηση του Walt Whitman, από τον οποίο θα επηρεαστεί σημαντικά.
Ο Ginsberg ασπάζεται την αντίληψη πως οι προσωπικές
εμπειρίες και οι σκέψεις ενός ανθρώπου μπορούν να έχουν απήχηση στο κόσμο. Αυτή
η αντίληψη αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο του έργου του Ginsberg, αλλά και
γενικότερα της «γενιάς των μπιτ».
Ως φοιτητής πλέον στο πανεπιστήμιο Columbia γνωρίζει τον
Jack Kerouac και τον William Burroughs, τα δύο άλλα μέλη της «Ιερής Τριάδας».
«Η μπιτ γενιά ήταν μία ομάδα φίλων και το μπιτ η ονομασία που δόθηκε σε μία
φιλία», θα δηλώσει ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα (συνέντευξη στο «Περιοδικό»
τον Μάρτιο του 1991). Η δεκαετία του ’50 θα μείνει στην παγκόσμια λογοτεχνία,
ως η «Δεκαετία Μπιτ», η λογοτεχνία μίας γενιάς που εξεγείρεται, ανατρέπει και
προκαλεί τη συντηρητική αμερικανική κοινωνία.
Ο Ginsberg μαγεύεται από το πάθος του Kerouac για τη ζωή και
τις εμπειρίες. Τα επόμενα χρόνια, παρέα με μία ομάδα νέων που θα συγκροτήσουν
τη «γενιά των μπιτ», θα ρουφήξει κάθε στιγμή, ξεκινώντας μία περιπετειώδη
περιπλάνηση γεμάτη εμπειρίες, που σε αρκετές περιπτώσεις συνοδεύονται από ναρκωτικά και αλκοόλ. Η ομοφυλοφιλία
αποτέλεσε ένα ακόμα κομμάτι της ζωής του αντισυμβατικού νεαρού, ενώ δεν έλειψαν
και τα μπλεξίματα με το νόμο.
Σταδιακά αφιερώνεται στην ποίηση. Το 1955, ο Ginsberg θα
βρεθεί στο Σαν Φρανσίσκο, όπου κατά τη διάρκεια μία ποιητικής βραδιάς θα
απαγγείλει ένα απόσπασμα από το ποίημα του Ουρλιαχτό, ένα από τα σημαντικότερα
έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Το «Ουρλιαχτό» θα δημοσιευτεί
το 1956 στην ποιητική συλλογή του Ginsberg με τίτλο το «Ουρλιαχτό και άλλα
ποιήματα».
Μία δεκαετία νωρίτερα ο Kerouac είχε γράψει το μυθιστόρημα
«Στο Δρόμο» που αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της Μπίτ
λογοτεχνίας, ωστόσο με το «Ουρλιαχτό» η «γενιά των Μπιτ» είχε αποκτήσει το ποιητικό
μανιφέστο της...
Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου
διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους
την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση,
χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται
για την αρχαία ουράνια ένωση
με την άστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή
της νύχτας,
που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα
μάτια και φτιαγμένοι στάθηκαν καπνίζοντας
μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων
διαμερισμάτων αιωρούμενοι
πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι
στην τζαζ,
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς
στον ουρανό
κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν
φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα
ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του
Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
του πολέμου,
που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω
τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε
αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και
ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ’ απ’ τον τοίχο...
Απόσπασμα από το «Ουρλιαχτό» / Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς
Λίγο καιρό μετά την έκδοσή του, το «Ουρλιαχτό» θα
απαγορευτεί ως άσεμνο. Παρά τη αντίδραση της συντηρητικής αμερικανικής
κοινωνίας, η «γενιά των Μπίτ» συνέχιζε να καταδεικνύει το τέλμα της, τις
αντιθέσεις της, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις της. Με το «Στο δρόμο» του
Kerouac, το «Ουρλιαχτό» του Ginsberg και το «Γυμνό Γεύμα» του Burroughs η
«γενιά των Μπίτ» είχε αποκτήσει πλέον τη δική της λογοτεχνική έκφραση.
Και αν ο Jack Kerouac ήταν ο «Βασιλιάς» των Μπιτ, ο Allen
Ginsberg ήταν ο «ντελάλης» τους. Σε αντίθεση με τον «Βασιλιά» που ήταν κάπως
αντιεπικοινωνιακός, ο Ginsberg προώθησε όχι μόνο το δικό του έργο, αλλά και των
υπολοίπων, και κυρίως αυτό του Kerouac. Το 1973 αυτός και η ποιήτρια Anne
Waldman ίδρυσαν για αυτό το σκοπό στο ινστιτούτο Naropa, στο Boulder, στο
Colorado, ένα ειδικό τμήμα για την μελέτη των γραπτών του Kerouac, αλλά και
γενικότερα της «γενιάς των Μπιτ».
Το «Ουρλιαχτό» αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο τον καταλύτη στο
έργο του Ginsberg, αλλά και στη
γενικότερη πολιτική και κοινωνική δράση του. Συχνά τοποθετήθηκε για θέματα όπως
ο πόλεμος του Βιετνάμ, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων (ο ίδιος άλλωστε
διατηρούσε μακροχρόνια σχέση με τον Peter Orlovsky) , αλλά και την απελευθέρωση
των ναρκωτικών. Οι απόψεις του προκάλεσαν αρκετές φορές την αντίδραση της
πολιτικής ηγεσίας, εντός αλλά και εκτός των ΗΠΑ, ενώ το FBI διατηρούσε έναν
ογκωδέστατο φάκελο για αυτόν. Ο Ginsberg εξελίσσεται σε έναν από τους
σημαντικότερους εκφραστές του παγκόσμιου κινήματος των νέων της δεκαετία του
‘60.
Ο Ginsberg βάδισε και
σε μουσικά μονοπάτια. Συμμετείχε στην μελοποίηση ποιημάτων του William Blake,
«Songs of Innocence» και «Songs of Experience», ενώ ηχογράφησε και το διπλό
άλμπουμ «First Blues». Σε συνεργασία με τον Philip Glass επένδυσαν μουσικά τα
ποιήματα «Ουρλιαχτό» και «Wichita Vortex Sutra». Ανέβηκε στη σκηνή με μουσικούς
όπως ο Bob Dylan, οι Fugs, ο Phil Ochs, οι Clash και η Patti Smith. Λίγο πριν
το θάνατό του θα ηχογραφήσει το «Ballad of the Skeletons», σε συνεργασία με
σημαντικούς συνθέτες, όπως οι Philip Glass, Lenny Kaye, Marc Ribot και Paul
McCartney. Το βίντεο γυρίστηκε από τον σκηνοθέτη Gus Van Sant.
Ο Ginsberg βγήκε μέσα από τα σπλάχνα της Αμερικής. Την
αγάπησε αλλά και τη μίσησε. Κυρίως ένιωθε απέχθεια για την κυρίαρχη καθεστωτική
νοοτροπία. «Αμερική όλα σου τα έδωσα και τώρα είμαι ένα τίποτα» (από το ποίημα
America)...
Όντας μία ανήσυχη και αντισυμβατική προσωπικότητα, ταξίδεψε
σε πολλές χώρες και μετατράπηκε σε έναν «πολίτη του κόσμου». Τα ταξίδια του τον
βοήθησαν να αναπτύξει μία παγκόσμια συνείδηση, η οποία τον συντρόφευε μέχρι το
τέλος της ζωής του.
Ο Allen Ginsberg θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 5
Απριλίου του 1997, χτυπημένος από καρκίνο στο ήπαρ. Το έργο του αναγνωρίστηκε
από τους ακαδημαϊκούς κύκλους, ωστόσο το σημαντικότερο είναι πως παραμένει
ζωντανό σε κάθε σοκάκι των μεγαλουπόλεων, στους δρόμους και τα μπαρ, σε κάθε
ποτήρι που αδειάζει, σε κάθε χέρι που κρατάει με πάθος τις ποιητικές του
συλλογές. Παραμένει ζωντανό σε κάθε άνθρωπο που αντιλαμβάνεται τη δύναμη ενός
«ουρλιαχτού».
Την
Πέμπτη 4/4 στο Πα.Μακ μέλη των Ε.Α.Α.Κ.,
καθώς και άλλα μέλη αριστερών δυνάμεων
που βρίσκονταν στο Πανεπιστήμιο δέχτηκαν
τραμπουκική και δολοφονική επίθεση από
φασιστική συμμορία. Καταγγέλλουμε
την δολοφονική επίθεση των φασιστοειδών.
Πρόκειται για πολιτικούς απόγονους των
ταγματασφαλιτών, των δοσίλογων, των
γερμανοτσολιάδων που χτυπάνε σε κάθε
γωνία από σχολεία, γειτονιές και
πανεπιστήμια, μετανάστες, εργαζομένους
όπως και κόσμο της Αριστεράς και του
κινήματος.
Ήρθαμε αντιμέτωποι με
εκείνους που μαχαιρώνουν, που δολοφονούν
που αποτελούν το μακρύ χέρι του συστήματος.
Για μια ακόμη φορά πήραν την απάντηση
ότι ο φασισμός δεν έχει θέση πουθενά.
Ότι η νεολαία και ολόκληρη η κοινωνία
θα βρεθεί απέναντί τους. Όπως άλλωστε
έχει βρεθεί όλο το τελευταίο διάστημα
γιγαντώνοντας την αντιφασιστική πάλη
σε κάθε χώρο.
1952Η
ώρα είναι 3 μετά τα μεσάνυχτα, το ημερολόγιο
γράφει 30 Μάρτη 1952. Στις φυλακές της
Καλλιθέας επικρατεί νεκρική σιγή.
Ακούγονται τα βαριά βήματα του δεσμοφύλακα.
Φτάνει στο κελί του Νίκου Μπελογιάννη.
Το ξεκλειδώνει, τον ξυπνάει. Δίπλα του
στέκει, όπως ένα μακάβριο φάντασμα, ο
βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης
Αθανασούλης. Διαβάζει στον Μπελογιάννη
την απόφαση να τον οδηγήσουν μαζί με
τους συγκρατουμένους του Ν. Καλούμενο,
Η. Αργυριάδη και Δ. Μπάτση στην εκτέλεση.
Στις 3 και 20 η φάλαγγα βγήκε από τις
πόρτες των φυλακών κατευθυνόμενη με
δαιμονισμένη ταχύτητα προς το «συνήθη
τόπο των εκτελέσεων», το Γουδή.
Το
απόσπασμα παρατάσσεται με τα όπλα «επί
σκοπόν». Είναι σκοτάδι ακόμα. Οι αρχιδήμιοι
στρέφουν τους προβολείς των αυτοκινήτων
στα πρόσωπα των μελλοθανάτων. Ώρα 4 και
12 λεπτά. Ακούγονται οι δολοφονικές
ομοβροντίες. Το έγκλημα της κυβέρνησης
Πλαστήρα ολοκληρώθηκε. Οι εφημερίδες
θα γράψουν ότι ο Μπελογιάννης είχε
ακούσει ήρεμος μ' ένα πικρό χαμόγελο
την καταδίκη του σε θάνατο, αποχαιρέτησε
τους συγκρατουμένους του στις φυλακές
και μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα
αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια.
Ζητωκραύγασε για το ΚΚΕ και έπεσε από
τις σφαίρες του αποσπάσματος. Ήταν 37
χρόνων.
ΝΙΚOΣ
ΜΠΕΛOΓΙΑΝΝΗΣ
61
χρόνια από τη δολοφονία του κομμουνιστή
ηγέτη
(30
Μάρτη 1952)
“...
αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα
μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και
πόλεμο”
“Για
το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε κι όταν
χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας”
Λίγα
λόγια από την πρώτη απολογία του N.
Mπελογιάννη στην πρώτη δίκη [1951] που του
επιφύλαξε το μοναρχοφασιστικό καθεστώς
και δίνουν το στίγμα ολόκληρης της ζωής
του μεγάλου ήρωα, του κομμουνιστή που
τον εκτέλεσαν άδικα, απάνθρωπα, πριν 58
χρόνια οι ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι
λακέδες τους.
Με αφορμή την επέτειο από την ίδρυση της ΕΠΟΝ αναδημοσιεύουμε κείμενο τοποθέτησης του
συγγραφέα Μενέλαου Χαραλαμπίδη στην εκδήλωση-συζήτηση «“ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ”: Ξαναγυρνώντας στις μαζικές
οργανώσεις της Αντίστασης», που διοργάνωσε η Πολιτική-Πολιτιστική Λέσχη Εκτός
Γραμμής στην Αθήνα, το Σάββατο 16.02.2013 με ομιλητές τον ίδιο και τον Ιάσονα
Χανδρινό.
Στάδια ανάπτυξης της
αντιστασιακής δράσης της νεολαίας
1. Η συλλογική ψυχολογία
Η βαρύτητα που είχαν στη
συλλογική ψυχολογία, ιδιαίτερα των νέων, τα γεγονότα του Ελληνο-ιταλικού
Πολέμου και της εισβολής των γερμανικών στρατευμάτων στη χώρα αποτελεί μια
διάσταση του αντιστασιακού φαινομένου που έχει παραμεληθεί από την έρευνα. Σε
αντίθεση με ό,τι συνέβη στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που κατακτήθηκαν από
τις δυνάμεις του Άξονα, στην Ελλάδα η πρωτοφανής πολεμική κινητοποίηση της
κοινωνίας οδήγησε αρχικά σε νίκη, γεγονός που οδήγησε στην έξαρση του
πατριωτικού αισθήματος και όχι στη διάχυτη ηττοπάθεια που χαρακτήρισε τους
πρώτους μήνες της Κατοχής στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Η ηττοπάθεια αυτή
λειτούργησε ανασταλτικά για την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος. Αντίθετα
στην Ελλάδα, η άμεση σύνδεση της Αντίστασης με τον αγώνα του ελληνικού στρατού
στο αλβανικό μέτωπο δημιούργησε μια συνέχεια στη βάση του πατριωτικού
αισθήματος. Η εισβολή των Γερμανών και η συνθηκολόγηση της ελληνικής
στρατιωτικής ηγεσίας, δεν έκαμψε το αίσθημα αυτό. Ιδιαίτερα για τη νεολαία, και
κυρίως για όσους νέους ζήτησαν να πάνε εθελοντές στο μέτωπο αλλά δεν το
κατάφεραν για λόγους ηλικίας, η Αντίσταση ήταν η ευκαιρία για την ανάληψη
δράσης και για τη συνέχιση του αγώνα στα αλβανικά βουνά.
Η έντονη διακύμανση της
συλλογικής ψυχολογίας από τους μαζικούς πανηγυρισμούς για τις νίκες του
ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο, στην ήττα και ακόμη χειρότερα στη
συνθηκολόγηση και τη φυγή της ελληνικής κυβέρνησης και του βασιλιά στο
εξωτερικό αποτελεί καθοριστική παράμετρο για τις μετέπειτα εξελίξεις.
Ουσιαστικά, ένας ολόκληρος λαός που ζούσε σε πατριωτική έξαρση βρέθηκε τελικά
όχι μόνο ηττημένος και εγκαταλελειμμένος από την πολιτική και στρατιωτική του
ηγεσία, αλλά και μόνος του απέναντι στην ξένη στρατιωτική κατοχή.
«Έχω
έναν γλυκό μαύρο άγγελο, έχω ένα «είδωλο».
Έχω έναν γλυκό μαύρο άγγελο, πάνω στον τοίχο μου. Λοιπόν δεν είναι
τραγουδίστρια, ούτε είναι σταρ. Αλλά σίγουρα μιλάει σωστά και κινείται γρήγορα.
Όμως το κορίτσι είναι σε κίνδυνο. Ναι, το κορίτσι είναι αλυσοδεμένο. Μα δε το
βάζει κάτω. Θα παίρνατε τη θέση της; Μετράει τα λεπτά, μετράει τις μέρες. Είναι
ένας γλυκός μαύρος άγγελος, όχι ένας γλυκός μαύρος δούλος(…)»
Έτσι
τραγουδούσαν το 1972 ο Mick Jagger και οι Rolling Stones, στο τραγούδι “Sweet
Black Angel” του δίσκου «Exile on Main
St». Ο δίσκος, ίσως ο καλύτερος που έχουν κάνει ποτέ, ενώ το συγκεκριμένο κομμάτι ένα, από τα
μετρημένα στα δάχτυλα, αμιγώς πολιτικά τους, που έπαιρνε μάλιστα θέση για μία
διόλου “εύπεπτη” πολιτική περσόνα, όσον αφορά τη δημόσια συζήτηση των ΗΠΑ,
εκείνη την περίοδο: Την Angela Davis.
Δύο
χρόνια πριν, τον Αύγουστο του 1970, η Davis είχε μπει με προσωπική εντολή του
παντοδύναμου διευθυντή του FBI, J. Edgar Hoover, στη λίστα με τους δέκα πιο
σημαντικούς καταζητούμενους, της πιο γνωστής μυστικής υπηρεσίας στον κόσμο.
Είχε προηγηθεί βέβαια η έκδοση εντάλματος σύλληψης, για απαγωγή και
ανθρωποκτονία, εναντίον της. Οι κατηγορίες αφορούσαν την υπόθεση της
προσπάθειας 17χρονου, ένοπλου αφροαμερικάνου, να απελευθερώσει δύο, επίσης,
αφροαμερικάνους κατηγορούμενους, μέσα από το δικαστήριο, κρατώντας ομήρους τον
ίδιο το δικαστή, τον εισαγγελέα και τρεις άνδρες ενόρκους. Κατά τη διάρκεια της
επιχείρησης, η αστυνομία άνοιξε πυρ, με αποτέλεσμα οι τρεις μαύροι, ο
εισαγγελέας, ο δικαστής και ένας εκ των ενόρκων να χάσουν τη ζωή τους. Η Angela
Davis κατηγορήθηκε, ότι προμήθευσε τον 17χρονο με τα όπλα. Ο “μαύρος άγγελος”
δεν αντιμετώπιζε για πρώτη φορά την προσπάθεια στοχοποίησής από την πολιτεία,
λόγω του χρώματός της , της συμμετοχής της στο Κομμουνιστικό Κόμμα και της
διασύνδεσής της με τους Μαύρους Πάνθηρες. Ένα χρόνο πριν, το 1969, η Davis
απολύθηκε από τη διοίκηση του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες
(UCLA), όπου και δούλευε ως καθηγήτρια, λόγω των πολιτικών της αντιλήψεων. Η
διοίκηση του πανεπιστημίου αναγκάστηκε να πάρει πίσω την απόλυση, λόγω των
αντιδράσεων και των κινητοποιήσεων που προκλήθηκαν από συναδέλφους της,
καθηγητές και φοιτητές.
Το ξημέρωμα
της Κυριακής, 3ης του Δεκέμβρη 1944, έβρισκε
το βασανισμένο λαό της Αθήνας και του
Πειραιά στο πόδι. Οι προετοιμασίες, για
το μεγάλο συλλαλητήριο, που είχε καλέσει
η ΚΕ του ΕΑΜ, για την ίδια μέρα στην
πλατεία Συντάγματος, έχουν φτάσει στην
τελική τους φάση. Άλλωστε, οι μέρες που
είχαν προηγηθεί ήταν γεμάτες ένταση
και όλοι συναισθάνονταν την κρισιμότητα
των στιγμών. Τη νύχτα
της 30ής Νοέμβρη προς 1η Δεκέμβρη, μετά
την ανακοίνωση - τελεσίγραφο του Γ.
Παπανδρέου, πραγματοποιήθηκε ολονύχτια
συνεδρίαση της ΚΕ του ΕΑΜ, η οποία
συζήτησε τις εξελίξεις και αποφάσισε: α. Να
απευθύνει έκκληση στις κυβερνήσεις των
συμμάχων της Μ. Βρετανίας, της Σοβιετικής
Ενωσης και των ΗΠΑ. β. Να
κηρυχτεί παλλαϊκή απεργία το Σάββατο,
2 του Δεκέμβρη γ. Να
οργανωθεί παλλαϊκή συγκέντρωση στην
πλατεία Συντάγματος στις 3/12, στις 11 το
πρωί. δ. Να
ανασυγκροτηθεί η ΚΕ του ΕΛΑΣ Την 1η
Δεκέμβρη 1944 παραιτούνται από την
κυβέρνηση της "Εθνικής Ενότητας"
οι ΕΑΜίτες υπουργοί Αλ. Σβώλος, Γ. Ζεύγος,
Μ. Πορφυρογένης, Ν. Ασκούτσης, Ηλ.
Τσιριμώκος και Α. Αγγελόπουλος, σε
ένδειξη διαμαρτυρίας για τη διαταγή
μονομερούς αφοπλισμού του ΕΛΑΣ. Την
ίδια στιγμή, πραγματοποιούνται μεγάλες
και μαχητικές διαδηλώσεις του λαού σ'
όλη την Ελλάδα, ενάντια στην κυβέρνηση
Παπανδρέου και την αγγλική επέμβαση. Στις 2
Δεκέμβρη 1944, η απεργία σημειώνει τεράστια
επιτυχία. Τα πάντα στην Αθήνα και τον
Πειραιά είναι κλειστά, φανερώνοντας
ξεκάθαρα τη θέληση του λαού. Την ίδια,
όμως, στιγμή αποβιβάζονται στο Φάληρο
6.000 Άγγλοι στρατιώτες και δύο φασιστικά,
ελληνικά τάγματα από την Αίγυπτο. Το
πρωί της ίδιας μέρας, η ΚΕ του ΕΑΜ ζητά
και παίρνει από την κυβέρνηση άδεια για
το συλλαλητήριο της Κυριακής. Τα μεσάνυχτα
της ίδιας μέρας, όμως, ο Γ. Παπανδρέου
ανακαλεί την άδεια. Προφανώς, είτε για
να δοκιμάσει την αντοχή και την
αποφασιστικότητα του ΕΑΜ και του λαϊκού
κινήματος, είτε για να βρει "πάτημα",
για τα όσα ήδη σχεδίαζε μαζί, με τους
Άγγλους, για την επόμενη μέρα.
Η θέληση
του λαού και η αντίδραση
3 Δεκέμβρη
1944: Το συλλαλητήριο ξεκινάει. Εκατοντάδες
χιλιάδες λαού πλημμυρίζουν τους δρόμους,
που οδηγούν στο κέντρο της πρωτεύουσας
και κατακλύζουν την πλατεία Συντάγματος
και τη γύρω περιοχή. Τα συνθήματα "Όχι
άλλη κατοχή", "Εθνικός Στρατός",
"Λαοκρατία και όχι βασιλιά",
"Παπανδρέου παραιτήσου" κυριαρχούν
σ' όλα τα χείλη. Ώρα 10.30` και ήδη, στην
πλατεία Συντάγματος έχει συγκεντρωθεί
αρκετός κόσμος. Οι μεγάλες, όμως, φάλαγγες
των λαϊκών συνοικιών βρίσκονται ακόμη
στο δρόμο. Προχωρούν με τάξη, ειρηνικά,
τραγουδώντας και φωνάζοντας συνθήματα,
ανεμίζοντας τις τιμημένες σημαίες και
τα λάβαρα του αγώνα. Η ώρα πλησιάζει 11
και καθώς, οι ανθρώπινοι χείμαρροι
φτάνουν στην πλατεία Συντάγματος και
γεμίζουν ασφυκτικά το χώρο μπροστά στον
Άγνωστο Στρατιώτη, ρίχνονται εντελώς
απροειδοποίητα και ύπουλα τα πρώτα
δολοφονικά πυρά, από τα παλιά ανάκτορα
και τη διεύθυνση της Αστυνομίας. Αιματηρός
ο απολογισμός της εγκληματικής αυτής
ενέργειας της αντίδρασης: 21 νεκροί και
140 τραυματίες. Την ίδια ώρα δέχονται
ανάλογη επίθεση οι φάλαγγες των
διαδηλωτών, που προχωρούσαν από την οδό
Ηρώδη του Αττικού προς την πλατεία
Συντάγματος. Το βράδυ της ίδιας μέρας
δολοφονούνται 7 αγωνιστές την ώρα που
τοιχοκολλούν έντυπα του ΕΑΜ. Δεκατέσσερα
ολόκληρα χρόνια μετά, ο Άγγελος Έβερτ,
διευθυντής της Αστυνομίας Πόλεων της
Αθήνας εκείνη την κρίσιμη περίοδο και
γνωστός για τη σχέση του με τους Εγγλέζους,
ομολόγησε ότι έδωσε την εντολή της
δολοφονικής επίθεσης στην πλατεία
Συντάγματος (δηλώσεις σε εφημερίδα
"Ακρόπολη" 3/12/1958). Στις 4
Δεκέμβρη 1944 κηρύσσεται γενική απεργία
σ' όλη την Ελλάδα. Ο λαός της Αθήνας και
του Πειραιά οδηγεί τα θύματά του στην
τελευταία τους κατοικία. Μέσα σε μια
συγκλονιστική ατμόσφαιρα πένθους, αλλά
και αγωνιστικής αποφασιστικότητας, ο
λαός απαιτεί την άμεση παραίτηση της
ματοβαμμένης κυβέρνησης. Ένα τεράστιο
πανό στην κεφαλή της πορείας γράφει:
"ΟΤΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ
ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ, ΔΙΑΛΕΓΕΙ `Η ΤΙΣ
ΑΛΥΣΙΔΕΣ `Η ΤΑ ΟΠΛΑ". Όταν η πομπή
φτάνει στο Σύνταγμα, οι διαδηλωτές
γονατίζουν. Ορκίζονται στους νεκρούς
και ψάλλουν το πένθιμο εμβατήριο. Στην
επιστροφή από το νεκροταφείο τα πλήθη
δέχονται και νέα, ένοπλη επίθεση από
τους Χίτες. Άλλοι 40 νεκροί και 70 τραυματίες
βάφουν με το αίμα τους, τους αθηναϊκούς
δρόμους. Την άλλη μέρα και καθώς οι
λαϊκές διαδηλώσεις συνεχίζονται, χτυπά
και πάλι η Ασφάλεια, με τραγικό απολογισμό,
ακόμη 30 νεκρούς και πάνω από 100 τραυματίες.
Πιο επίκαιρο από ποτέ μοιάζει τo
αφιέρωμα στον Μπέρτολτ Μπρεχτ που θα πραγματοποιηθεί υπό την αιγίδα της New
Star στο Τιτάνια Cinemax με κινηματογραφικές ταινίες και κινηματογραφημένες
θεατρικές παραστάσεις βασισμένες στο έργο του.
Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ,
συνεχίζοντας τον κύκλο επιστημονικών συνεδρίων για την ανάδειξη του έργου
μεγάλων μαρξιστών δημιουργών, μετά τα συνέδρια που διοργάνωσε για τους Γ. Ρίτσο
και Κ. Βάρναλη, διοργανώνει στις 27 & 28 Απριλίου του 2013 το 3ο
Επιστημονικό συνέδριό της, αφιερωμένο αυτή τη φορά στον κορυφαίο μαρξιστή
διανοητή Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο: «Μπέρτολτ Μπρεχτ: “Ελπίζω στους σεισμούς που
μέλλονται να 'ρθούν”».
Γερμανός δραματουργός,
λιμπρετίστας, συγγραφέας, ποιητής, θεωρητικός του θεάτρου και σκηνοθέτης, ο
Μπρεχτ πάντα πίστευε ότι η τέχνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με επαναστατικό
τρόπο. Στο έργο του εξερευνά τον προβληματισμό αυτό και κυρίως ρωτάει: «Τι
είναι πολιτική τέχνη;». Ταυτόχρονα παρέχει στον κινηματογράφο και τα αισθητικά
εργαλεία για να δημιουργηθεί πολιτική τέχνη.
Τον μήνα Δεκέμβριο θα προβληθούν
4 ταινίες, μια ταινία κάθε εβδομάδα. Από το 2013 θα συνεχιστεί το αφιέρωμα με
τις υπόλοιπες 7 ταινίες. Τις ταινίες προλογίζουν οι: Τζίνα Γιοβάνη, κριτικός
κινηματογράφου και ο Κώστας Σταματόπουλος, σκηνοθέτης.
Μέσα στον ορυμαγδό
δημοσιευμάτων για τον κίνδυνο… χολέρας στο ΑΠΘ και την εμφανή «ανακούφιση» των
καθεστωτικών ΜΜΕ για την επέμβαση των ΜΑΤ, που υποτίθεται ότι έδωσε τέλος στο
πρόβλημα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ουσία του ζητήματος.
Στα Νοσοκομεία, τα δημόσια
κτίρια, τους σταθμούς και τα Πανεπιστήμια είναι πολλά χρόνια τώρα σε εξέλιξη
ένα διαρκές έγκλημα. Με μια σειρά από αποφάσεις και ρυθμίσεις οι υπηρεσίες
φύλαξης, καθαριότητας, αλλά και σίτισης έπρεπε υποχρεωτικά να ανατίθενται σε
ιδιώτες. Ο λόγος δεν ήταν η εξοικονόμηση πόρων, εφόσον ουκ ολίγα είναι τα
στελέχη δημοσίων οργανισμών που έχουν δείξει ότι η πρόσληψη και απασχόληση
μόνιμου προσωπικού φύλαξης και καθαριότητας κοστίζει λιγότερο από την
εργολαβία. Όμως, έπρεπε υποχρεωτικά να φτιαχτεί «αγορά» τέτοιων υπηρεσιών.
Οι εταιρείες αυτές
είναι δουλεμπορικές. Προσλαμβάνουν με άθλιες εργασιακές σχέσεις και συστηματικά
κατακλέβουν τους εργαζομένους τους.
Ο σκύλος μας ο Ντικ αγαπούσε και προστάτευε τους
εξόριστους στο Μούδρο.
Μισούσε τους χωροφύλακες και το μίσος του αυτό το
έδειχνε πάντα. Κάθε φορά που βρισκόταν κοντά σε έναν απ' αυτούς, γρύλιζε
απειλητικά και του έδειχνε τα δόντια του.
Οι περισσότεροι από τους χίλιους εξόριστους σ'
αυτό το μικρό παραθαλάσσιο χωριό της Λήμνου, στο Μούδρο, έμεναν στο λεγόμενο
Στρατόπεδο, ένα χώρο που ελεγχόταν άμεσα από τους χωροφύλακες, σε παλαιά κτίρια
που επισκευάστηκαν από τους εξόριστους, ή σε αποθήκες, ή σε πρόχειρα σπιτάκια
φτιαγμένα από πλίθρες, ή σε ξύλινες παράγκες.
Οι υπόλοιποι έμεναν στο χωριό, σε δωμάτια
νοικιασμένα, δέκα σε κάθε δωμάτιο.
Από κάποια ώρα και μετά, το βράδυ απαγορευόταν η
κυκλοφορία των κρατούμενων και μέσα και έξω από το Στρατόπεδο.
Μερικοί χωροφύλακες είχανε τη συνήθεια να μπαίνουν
αθόρυβα αυτές τις ώρες μέσα στο στρατόπεδο και να κρυφακούνε έξω από τους
χώρους όπου έμεναν οι εξόριστοι.
Αν κατά τη γνώμη τους αυτό που άκουσαν ήταν κάτι
το επιλήψιμο, την ίδια στιγμή συλλαμβάνανε αυτόν που το είπε, τον έκλειναν στο
κρατητήριο και με το πρώτο πλοίο, που θα έφτανε στο Μούδρο, τον στέλνανε για το
Στρατοδικείο στην Αθήνα, αφού πρώτα τον κάνανε να περάσει «του Λιναριού τα
βάσανα και του Χριστού τα πάθη», για να ομολογήσει τι εννοούσε με την Α` ή Β`
φράση που είπε.
Όμως, ο Ντικ κυκλοφορούσε όλη τη νύχτα ελεύθερα.
Φαίνεται ότι είχε αντιληφθεί το ρόλο που παίζανε αυτή τη στιγμή οι χωροφύλακες
και μόλις τους έβλεπε αναστάτωνε με γαβγίσματα όλο το Στρατόπεδο. Τότε όλοι
καταλαβαίνανε ότι κάποιος κίνδυνος τους απειλεί, σβήνανε το φως και
σταματούσανε να μιλάνε.
Έτσι, οι χωροφύλακες αποφασίσανε να τον ξεκάνουνε.
Εξαιρετικό αντιναζιστικό cartoon
από τον Walt Disney
Education for Death: The Making
of the Nazi", λέγεται το 10λεπτο φιλμάκι κινουμένων σχεδίων του Walt
Disney, που κυκλοφόρησε στις 15 Ιανουαρίου 1943 και βασίζεται στο ομώνυμο
βιβλίο του Gregor Ziemer.
Η ταινία παρουσιάζει την ιστορία
του μικρού Χανς, ενός αγοριού, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη ναζιστική
Γερμανία και ανατρέφεται για να γίνει ένας ανελέητος στρατιώτης.
Οι αντιστασιακές οργανώσεις και
ιδιαίτερα το ΕΑΜ λόγω της μαζικότητάς του, υπήρξαν οι φορείς που μετασχημάτισαν
το πατριωτικό αίσθημα, το μίσος ενάντια στον κατακτητή, τις αρνητικές
βιολογικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της στρατιωτικής κατοχής, σε πολιτική
δράση. Αυτή ακριβώς τη διάσταση της βαρύτητας που είχε η απόδοση πολιτικού
νοήματος στην κατοχική πραγματικότητα μέσα από την αντιστασιακή εμπειρία,
αναδεικνύει η παρακάτω επισήμανση του JanPaul Sartre:
«Πρέπει να αντιστρέψουμε την
κοινή αντίληψη και να αναγνωρίσουμε ότι δεν είναι η σκληρότητα μιας κατάστασης
ή οι οδύνες που επιφέρει, που οδηγούν τους ανθρώπους να συλλάβουν μια άλλη
κατάσταση πραγμάτων όπου όλα θα είναι καλύτερα για όλους˙ αντίθετα, τη στιγμή
που μπορούμε να συλλάβουμε μια άλλη κατάσταση πραγμάτων, βλέπουμε υπό νέο φως
τα βάσανα και τις οδύνες μας και αποφασίζουμεότι είναι ανυπόφορες.»1
Αυτό που έκανε τους κατοίκους της
Αθήνας να συλλάβουν «μια άλλη κατάσταση πραγμάτων» και κατ’ επέκταση να δουν
«υπό νέο φως τα βάσανα και τις οδύνες» τους και να αποφασίσουν «ότι είναι
ανυπόφορες», δεν ήταν η σκληρή καθημερινότητα την οποία βίωναν, αλλά η
συνειδητοποίηση, μέσα από την αντιστασιακή εμπειρία, ότι είναι δυνατή η ύπαρξη
«μιας άλλης κατάστασης πραγμάτων». Και αυτό διότι, η αντιστασιακή εμπειρία και
όχι η εξαθλίωση, ήταν αυτή που παρήγαγε τα πολιτικά νοητικά σχήματα, μέσω των
οποίων έγινε αντιληπτή η πιθανότητα ύπαρξης «μιας άλλης κατάστασης πραγμάτων».
Χωρίς την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος, η στρατιωτική κατοχή μπορεί να
οδηγούσε τους Αθηναίους σε όλο και μεγαλύτερη εξαθλίωση, σε μια καθημερινότητα
που θα βυθίζονταν όλο και περισσότερο στην παρανομία και στην κατάλυση κάθε
ηθικού και αξιακού κανόνα.
Η βαρύτητα λοιπόν της εμπειρίας
που αποκτούσαν κυρίως οι νέες και οι νέοι κατά τη διάρκεια της αντιστασιακής
δράσης, ήταν καθοριστική. Η εμπειρία αυτή υπήρξε η μήτρα παραγωγής πολιτικών
νοημάτων τα οποία λειτούργησαν ως δομικά υλικά συγκρότησης μιας νέας συλλογικής
ταυτότητας στο πλαίσιο της οποίας ο εαυτός γίνονταν αντιληπτός με διαφορετικό
τρόπο. Η συντροφικότητα, ο ηρωισμός, το καθήκον, η ευθύνη απέναντι στην
αντιστασιακή συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, υπήρξαν στοιχεία που δομούσαν το
συλλογικό αντιστασιακό υποκείμενο. Η πολιτικοποίηση των νέων που εντάχθηκαν στο
ΕΑΜ μπορεί λοιπόν συνοπτικά να περιγραφεί μέσα από αυτό το πλέγμα σχέσεων που
συνέδεαν την αντιστασιακή δράση, την παραγωγή νοήματος, τη δημιουργία νέων
ταυτοτήτων και τη νέα αντίληψη του εαυτού. Εντός αυτού του πλέγματος σχέσεων
συνδέθηκε το υποκείμενο με τις πολιτικές εξελίξεις, κατά την ανάδυση των
κατώτερων κοινωνικών δυνάμεων στο προσκήνιο της πολιτικής πραγματικότητας.
1 J.-P. Sartre,
L’Etre et le néant, Παρίσι, Gallimard 1943, σ. 510,παρατίθεται στο Pierre
Bourdieu, Η
αίσθηση της πρακτικής, Θ. Παραδέλλης (μτφ), Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2006, σ. 71.
Το παραπάνω κείμενο είναι
απόσπασμα από το βιβλίο " Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην
Αθήνα" που θα παρουσιάσει την Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012, στις 6.30 μμ.
στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων αμφιθέατρο Αντώνης Τρίτσης Ακαδημίας 50,
Αθήνα
Θα μιλήσουν οι :
Πολυμέρης Βόγλης (Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο
Θεσσαλίας)
Ηλίας Νικολακόπουλος (Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών,
Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Σταύρος Σταυρίδης (Επίκουρος Καθηγητής Αρχιτεκτονικής,
Ε.Μ.Π.
Ο
πιο «κομψός» τρόπος για να υπονομεύσεις το δίκιο του αγώνα των καταπιεσμένων
είναι να παίρνεις «ίσες» αποστάσεις ανάμεσα στο «δίκιο», στις «ελευθερίες» και
στο «δικαίωμα» του καταπιεστή να καταπιέζει, και στο δίκιο, στις ελευθερίες και
στο δικαίωμα του καταπιεσμένου να αντιδρά, να αντιστέκεται αλλά και να
επιτίθεται ενάντια στην καταπίεση και στον καταπιεστή.
Του
Νίκου Μπογιόπουλου από τον Ριζοσπάστη.
Ο
ακόμα «κομψότερος» τρόπος για να αποκηρύξεις τον αγώνα του καταπιεσμένου
ενάντια στον τύραννο και εκμεταλλευτή του, είναι να βαφτίζεις «βία» την
αντίσταση και τη διαμαρτυρία του, την οποία βέβαια σπεύδεις μετά να την
αντιπαραβάλεις με τη βία του εκμεταλλευτή ώστε με την ευπρέπεια που αρμόζει
στον κόσμο των εστέτ του ανθρωπισμού, να αποφανθείς: «Καταδικάζω τη βία απ’
όπου κι αν προέρχεται»…
Τον
παραπάνω λυρικό «πασιφισμό», της καταδίκης της βίας «απ’ όπου κι αν
προέρχεται», ένα σχήμα που αποτελεί σήμα κατατεθέν των προπαγανδιστικών
μηχανισμών των καθεστώτων της βίας και της εκμετάλλευσης, τον ακούσαμε προχτές
να διατυπώνεται και από την κυρία Ρένα Δούρου, στέλεχος και βουλευτή του
ΣΥΡΙΖΑ.
Φυσικά
δεν είναι της ώρας να κάνουμε μαθήματα (πολύ περισσότερο σε μια αριστερή…).
Αλλά,
προς δόξαν της πραγματικότητας, τη βία – συστατικό στοιχείο της ύπαρξης των
κοινωνιών όπου αντιπαρατίθενται αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα – είτε την
καταδικάζεις, είτε δεν την καταδικάζεις, αυτή υπάρχει. Ερήμην των
ηθικοπλαστικών κηρυγμάτων.
Είναι
σαν να καταδικάζεις το θάνατο. Οσο κι αν τον καταδικάσεις, αυτός υπάρχει και θα
υπάρχει (μέχρι τη δευτέρα παρουσία, τουλάχιστον…). Και η αναγνώριση ότι
υπάρχει, μόνο ως παραλογισμός θα μπορούσε να εκληφθεί ως εκδήλωση «αγάπης» προς
το θάνατο ή ως δήλωση «δικαίωσης» της ύπαρξής του.
Το
ίδιο συμβαίνει, για παράδειγμα, με το θέμα του πολέμου. Η στάση μας απέναντί
του δεν τελειώνει (ούτε καν αρχίζει) με την έκφραση της καταδίκης του. Αλλά με
τον προσδιορισμό του χαρακτήρα του πολέμου. Δηλαδή αν είναι δίκαιος ή άδικος ο
πόλεμος, από πλευράς εκείνων που είτε ως αμυνόμενοι, είτε ως επιτιθέμενοι,
συμμετέχουν σε αυτόν.
Εκτός
αν καταλήξουμε ότι κάθε πόλεμος είναι άδικος. Ως εκ τούτου εξίσου «άδικο» με
τους Τούρκους το ’21 είχαν και οι επαναστατημένοι Ελληνες. Αλλά τότε, αν κάθε
πόλεμος είναι «άδικος», και η αδικία επιμερίζεται εξίσου σε όλους όσους
συμμετέχουν ή εξαναγκάζονται να συμμετάσχουν σε αυτόν, τότε η δικαίωση του
«αδικητή» είναι εξασφαλισμένη.
Το
ζητούμενο, λοιπόν, όταν μιλάμε για βία, δεν είναι να αραδιάσουμε επίθετα και
προσδιορισμούς για να αποδείξουμε πόσο απεχθής μας είναι, μη και δεν πάρουμε
μέρος στο γενικό μεθύσι κάποιας αταξικής, απολίτικης και αντι-ιστορικής
«συναδέλφωσης».
Υποχρέωση
του καθενός – εφόσον σέβεται τον εαυτό του – είναι να προσδιορίζει το χαρακτήρα
της βίας. Αν μάλιστα είναι αριστερός, πρώτη του υποχρέωση είναι να μην
επιτρέπει να συκοφαντούνται οι κοινωνικοί αγώνες μέσα από τη χυδαία επιχείρηση
να διασυνδεθούν, να παραλληλιστούν ή πολύ περισσότερο να ταυτιστούν με το φασιστικό
λιντσάρισμα, την ατομική τρομοκρατία, την κρατική καταστολή, την παρα-κρατική
δράση κοκ.
Είναι
να αποδεικνύει και όχι να τροφοδοτεί τη χυδαιότητα πως η λαϊκή αντίσταση
αποτελεί τάχα τη «δικαίωση», τη «νομιμοποίηση» ή ακόμα και τον «γεννήτορα» (!)
της τραμπούκικης, της υποκοσμιακής, της ναζιστικής και κάθε μορφής καθεστωτικής
βίας. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο: Οι λαϊκοί αγώνες και οι μορφές τους, ως
έκφραση αυτών των λαϊκών αγώνων, δεν αποτελούν την «κατάφαση», αλλά την
εκκωφαντική άρνηση – μέχρι του σημείου της κατάργησης – της βίας που ασκείται
πάνω στον καταπιεσμένο και που αυτή είναι που γεννά όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά
το καθήκον της αντίστασης.
Υποχρέωση,
τελικά, του καθενός – εφόσον σέβεται τον εαυτό του – δεν είναι να εξαντλείται
στην «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται». Είναι η καταδίκη και
αντίσταση στη βία, αλλά από εκεί που πραγματικά προέρχεται. Και αυτή η στάση
δεν καθιστά ούτε αντιμετωπίζει τη βία ως κάτι το επιθυμητό. Την αντιμετωπίζει
υπό το πρίσμα την μόνης ελεύθερης προσέγγισης που μπορεί να υπάρξει. Και η μόνη
ελεύθερη προσέγγιση είναι εκείνη που έχει επίγνωση της αναγκαιότητας.
Αν
πάλι δεν ισχύουν όλα αυτά, τότε δεν έχουμε παρά να ζητήσουμε «συγγνώμη» τόσο
από την κυρία Δούρου όσο και από τους υπόλοιπους.
«Συγγνώμη»
για λογαριασμό του Άρη και του αντάρτη του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. «Συγγνώμη» για
λογαριασμό του Τσε. «Συγγνώμη» για λογαριασμό του Καραϊσκάκη και του
Κολοκοτρώνη. «Συγγνώμη» για λογαριασμό του στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού στο
Ράιχσταγκ. «Συγγνώμη» για λογαριασμό εκείνων που γκρέμισαν τη Βαστίλη και των
άλλων που παρέδωσαν στο λαό τα Χειμερινά Ανάκτορα. «Συγγνώμη» για λογαριασμό
και του πιτσιρικά της «Ιντιφάντα» που πετούσε τόσο βίαια τις πέτρες του στα
τανκς των Ισραηλινών…